Μουσική

02/06/2021

Οι Ρεμπέτες, οργανικό κομμάτι του λαού, σάρκα από τη σάρκα του, προλετάριοι, λούμπεν, ερωτικοί και εξεγερμένοι, δεν μπορούσαν να μην τραγουδήσουν τους αγώνες και τα πάθη αυτού του τόπου μέσα στην Κατοχή και φυσικά, την Αντιστασιακή εποποιία.

Αλλά τα έργα τους δεν έγιναν ευρύτερα γνωστά γιατί ακόμα και στα νεότερα χρόνια τα αντιμετώπισαν ως προϊόν υποκουλτούρας. Επίσης, τα έργα τους δεν έγιναν γνωστά για τον ίδιο λόγο που οι επίσημες αρχές προτιμούν να γιορτάζουν την έναρξη του πολέμου αντί για την Απελευθέρωση, γιατί η Απελευθέρωση ήταν έργο της Αντίστασης την οποία ματοκύλισε το μεταπολεμικό κράτος αγκαλιά με τους συνεργάτες του φασισμού – πώς λοιπόν, η ρεμπέτικη μουσική και στιχουργική τέχνη να παρουσιαστεί ως εκείνη η τέχνη που συμβάδισε με τους αγώνες του λαού;

Εμβληματικό τραγούδι της περιόδου είναι το «Χαϊδάρι» του Μάρκου Βαμβακάρη, τραγούδι το οποίο δεν δισκογραφήθηκε αλλά οι στίχοι του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικό το 1947. Το τραγούδι αυτό μαζί, με το χαμένο και άγνωστο σε εμάς, επίσης αντιστασιακό, «Στην Κοκκινιά την κόκκινη» , δείχνουν επίσης ότι η Αντίσταση του λαού οδήγησε σε μία νέα πρωτότυπη και δυναμική κοινωνική συνειδητοποίηση σπάζοντας κυριολεκτικά τα ιδεολογικά δεσμά και στεγανά χρόνων – ο ίδιος ο Συριανός ρεμπέτης δηλώνει ότι κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού σε βασιλικούς και βενιζελικούς (1915-1936), ο συνθέτης ήταν φιλοβασιλικός αλλά στη διάρκεια της Κατοχής, ενθουσιασμένος από την Εθνική Αντίσταση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, μετακινήθηκε αριστερότερα, όποτε και σύνθεσε τα δύο τραγούδια.

Ας δώσουμε το λόγο και στον ίδιο το Μάρκο Βαμβακάρη για να μας αφηγηθεί τη ζωή του:

Ο άνθρωπος για να λέγεται αληθινός άνθρωπος, πρέπει να μπορεί να ‘ρθει και στη θέση του άλλου, του ομοίου του. Γιατί απ’ όσα θα σας πω και τα παθήματα και τα φταιξίματα ίδια είναι. Και τα φταιξίματα είναι κι αυτά παθήματα.

Δεν εγεννήθηκα κακός ούτε σκέφτηκα ποτές μου να φχαριστηθώ άμα λυπηθεί ο άλλος. Δεν εγεννήθηκα κακός, ούτε για να ζήσω τη ζωή μου όπως την έζησα. Και γι’ αυτό παίρνω το θάρρος να εκθέσω τα αμαρτήματά μου στον κόσμο. Σε έναν κόσμο που εγώ πρώτος του τραγούδησα τις χαρές και τις λύπες του, τα πλούτη και τη φτώχεια του, την ορφάνια του και την ξενιτιά του.

Ο γιος του, Στέλιος Βαμβακάρης, αφηγείται στο Μάνο Τσιλιμίδη: «Ήτανε δύσκολη για τον Μάρκο η ζωή, πολλά τα εμπόδια στη μέση και μαζί η γαμιόλα η αρθρίτιδα που του παραμόρφωνε τα δάχτυλα. Και δίπλα του εγώ, γιος και τακίμι, που μ’ αγαπούσε και καταλάβαινε πως είχα κι εγώ καημό για τις μουσικές, τα στιχάκια και τα τέλια, κι ότι ίσως ήτανε της μοίρας μου να γίνομαι η σκιά και η συνέχειά του. Τον ακολουθούσα πάντα για να τον κοιτάζω, να τον φροντίζω, να του κουβαλάω το μπουζούκι, να του συμπαραστέκομαι στη στενοχώρια του, να τον έχω φύλακα άγγελο να με προστατεύει απ’ το ποικιλόμορφο πουταναριό της νύχτας, να τον ακούω να μου μιλάει, να τον βλέπω να δακρύζει, να λέει πως δεν έχει να μου πάρει κανταΐφι και πως όταν κονομήσουμε θα μου αγοράσει ολόκληρο το ταψί και μαζί ένα ποδηλατάκι και δυο καινούρια πουκάμισα. Ό,τι υποσχόταν, το ‘κανε. Στο λέω με τιμιότητα. Ο λόγος του είχε βάρος, βάση, σκοπό και καθοδήγηση. Ό,τι έλεγε ήταν για μένα ευαγγέλιο. Ποτέ δεν πέταγε κουβέντες της πούτσας, δεν έβγαινε απ’ το στόμα του ο λόγος ο σάπιος».

«Εκεί, στις φτωχογειτονιές του Πειραιά, καταστάλαζε το όνειρο της μέρας. Κι απ’ αυτό το υλικό, από τα όνειρα των ανθρώπων, ο Μάρκος έφτιαχνε τα τραγούδια του. Κι οι άνθρωποι, όλοι αυτοί οι θεόφτωχοι και οι ρέστοι, άκουγαν τα δεινά και τα πάθη τους να γίνονται τραγούδι, το τραγούδαγαν, ξεγελιόντουσαν και συνέχιζαν να ζουν. Ο Μάρκος νταραβερίστηκε με όλους, καλλιέργησε τον ποιητικό του λόγο και τραγούδησε για ό,τι έβλεπε γύρω του, γι’ αυτά που στα μάτια του γυαλίζανε σπουδαία. Κι ο κόσμος τον αγαπούσε γιατί με το τραγούδι του γιάτρευε απ’ τ’ αγκάθι την ψυχή τους. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις».

Στέλιος Βαμβακάρης για το βιβλίο “Ο Άγιος Μάγκας”, εκδόσεις Κάκτος


Πρόσφατα Άρθρα