Μουσική

15/08/2022

Βουτιά στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Καλοκαίρι 1947. Λεωφόρος Αλεξάνδρας. Θερινό, Μετροπόλιταν. Το θέατρο που φιλοξενούσε τις παραστάσεις της Λυρικής σκηνής. Για λίγο στην άκρη το βαλσάκι, το ρομαντικό τραγούδι, το μνημειώδες τανγκό. Μουσικός μας επιμελητής, ο γιος του νερουλά. Ο Μιχάλης Σουγιούλ.

Στο Σουγιούλ έπεσε το μεγάλο βάρος της. Οι σεναριογράφοι και στιχουργοί ήταν ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος. Αξίζει να σημειωθεί πως η Λυρική σκηνή δεν ανανέωσε το συμβόλαιο με το συγκεκριμένο θέατρο για το 1948. Τότε ήταν το μοναδικό θέατρο της περιοχής. Τα υπόλοιπα χειμερινά και θερινά στέκια, είχαν μετεγκατασταθεί στο Μεταξουργείο. Ήταν η νέα πιάτσα. Όπως έλεγε ο Σακελλάριος, ο Γιαννακόπουλος ήταν φανατικός εχθρός της αποταμίευσης. Τόνιζε πως τα λεφτά είναι σαν τα ψάρια. Πρέπει να τα φας φρέσκα. Τον έτρωγαν οι τσέπες του και τελικά, παρέσυρε και τις δικές του.

Τον παρότρυνε να κάνουν οι δυο τους μια θεατρική παράσταση. Βρήκαν το διαχειριστή και έκλεισαν, αμέσως, συμφωνία. Πρόθεσή τους ήταν να κάνουν ένα θίασο με νέους. Για καλό και για κακό, πήραν και παλιούς και δοκιμασμένους. Χρήστος Τσαγανέας, Ορέστης Μακρής, μεταξύ αυτών. Η νέα γενιά ήταν ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Νίκος Ρίζος από μπουλούκι στη Μυτιλήνη, Ο Φωτόπουλος, μέχρι τότε, ήταν ηθοποιός με δεύτερους και τρίτους ρόλους στα επαρχιακά μπουλούκια.

Ενόσω έψαχναν ηθοποιούς για να στελεχώσουν το θίασο, ανακάλυψαν ότι σε στρατιωτικό θέατρο, στην οδό Κοραή, η Σπεράντζα Βρανά (Ελπίδα Κουτλάκη) αλώνιζε τη σκηνή. Ήταν, όπως έλεγαν, “εκρηκτική κουνίστρα”. Εκείνη ήθελε να είναι στο εγχείρημα των τριών. Μάλιστα, τους είπες ότι δεν θα τα χαλάσουν στις οικονομικές απαιτήσεις. Επειδή, κανείς από τους δύο δεν ήταν θεατρικός επιχειρηματίας, αν και η κωμωδία σάρωσε, οι ίδιοι χρεοκόπησαν εξαιτίας των διαρκών αυξήσεων στους μισθούς όλου του προσωπικού. Ηθοποιών και υποστηρικτών πίσω από την αυλαία.

-“Θα σας πείραζε να αλλάξουμε το ονοματάκι σας γιατί δεν είναι τόσο εύηχο για τις διαφημίσεις;”.-

Και πώς να το κάνουμε”, αναρωτήθηκε η νεαρή γυναίκα.

Το ίδιο βράδυ, έγινε η πρώτη βάπτιση. Έγινε η μετάφραση του ονόματος Ελπίδα, και το Βρανά ήταν εντελώς τυχαίο! Ηφαιστειώδης, καλλίγραμμη, ονειρική, ξεπετάχτηκε στη σκηνή του Μετροπόλιταν. Δυο ζευγάρια μπατιράκια, είχαν πιει λίγο παραπάνω, είχαν και ερωτικά μπερδέματα και κατέληξαν ότι αφού τραμ δεν υπήρχε, έπρεπε να κάνουν το Μεταξουργείο-Πετράλωνα, ποδαράτο! Το ιδανικό πάντρεμα του έντεχνου τραγουδιού με τους ελληνικούς λαϊκούς χορούς. Ζεϊμπέκικο, χασαποσέρβικο.

Το πρώτο αρχοντορεμπέτικο ήταν Το τραμ το τελευταίο. Για τη Σπεράντζα Βρανά και το μόνιμο καβαλιέρο της, το Δημήτρη Ρίζο. Η Βρανά δημιούργησε με εξαιρετική επιτυχία τον τύπο της μάγκισσας. Σε αυτό τη βοήθησε και η κάπως βραχνή φωνή της. Ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, ο πατέρας της οπερέτας ήθελε να δοκιμάσει το φωνητικό υλικό των ηθοποιών του θεάτρου.

Όταν ήρθε η ώρα της κοντράλτα Βρανάς, ο μαέστρος τη βρήκε…στις μπάσες, βαθύφωνες νότες.

 -Πώς είπαμε κούκλα μου το ονοματάκι σου; 

-Σπεράντζα Βρανα.

 -Κακώς.

 -Γιατί μαέστρο μου; 

-Γιατί εσένα κοριτσάκι μου έπρεπε να σε λένε: Σπεράντζα Βραχνά.

Και το δεύτερο άσμα επαρκούς ωραιότητας. Με αρμόδιο ταξιτζή. Στην καψούρα του επάνω, ξέχασε και ταρίφα και μεροκάματο και αφεντικό, έβαλε μπροστά την τσιμούχα, γύρισε την προπέλα και το μανούλι δίπλα του. Στην ατέλειωτη κατηφόρα της δροσιάς, στο Φλοίσβο, στα Φάληρα, στο Μπάτη. Μανώλης ο τραμπαρίφας.

 Στην πιάτσα γνωστός, ντάλα ο ιδρώτας, σεβάσμιος, να βγαίνουν τα ζουμιά, ε τι να κάνει ο Μανώλης; Τον περιμένει η κατηφόρα. Και δεν πάνε απ’εδώ όλα τα άλλα; Έτσι έδεσε το γλυκό σε εκείνη τη μονάκριβη επιθεώρηση. Την παρακολούθησε όλη η Αθήνα. Για να βρεις εισιτήριο έπρεπε να έχει κάνει κράτηση 15 μέρες νωρίτερα, και τα μόνα που υπήρχαν ήταν συμπληρωματικά σκαμνάκια στον πάνω εξώστη! Το ελληνικό τραγούδι κέρδισε μια εξαίσια σελίδα του. Τη σελίδα του αρχοντορεμπέτικου!

Μαζί με το Σουγιούλ, μουσική για την επιθεώρηση έγραψε και ο Κώστας Γιαννίδης. Γεννήθηκε ένας μουσικός ωκεανός. Μαζί με τους ηθοποιούς η αιθέρια Έλεν Τσουκαλά και η πολυτάλαντη Δανάη. Εκτός αυτών, στο Άνθρωποι-Άνθρωποι ήταν ο χορευτής Ροβέρτος Σαραγάς!

Την έναρξη της επιθεώρησης την έκανε ο Χρήστος Τσαγανέας με την ιδιότυπη φιγούρα τρελού σε καπνίζοντα ερείπια. Βάλτε στα μίση σας φραγμό και στις κακίες φράκτη, γιατί όπως πάτε όλη η γη θα πνιγεί στου αίματός σας, τον καταρράκτη.

Στα διάφορα κέντρα, όταν έφτανε η ώρα για το καμπανάκι, οι πελάτες χτυπούσαν ρυθμικά τα μαχαιροπίρουνα τους, για το περιβόητο τραμ. Ενώ το θέατρο ήταν κάθε βράδυ γεμάτο, οι θεατρώνες δεν κέρδισαν δεκαράκι τσακιστό. Γιατί μπορεί να ξέρανε τα νούμερα της επιθεωρήσεως, αλλά όπως λέει ο Σακελλάριος, δεν ήξεραν καθόλου τα νούμερα των λογαριασμών!

Όπως λέει ο κυρ Αλέκος, χαλάλι τα λεφτά που ξοδεύτηκαν. Πλούτισε το ελληνικό θέατρο με πρωταγωνιστές. Δρομολογήθηκε μια καινούργια χαρά. Ένα άλλο λαϊκό τραγούδι. Κυριάρχησε ο όρος, αρχοντορεμπέτικο! Ταυτόχρονα, οδήγησε τους έντεχνους συνθέτες να κινηθούν στο δρόμο των λαϊκών χορών. Το μονοπάτι του Σουγιούλ ακολουθεί ο Γιώργος Μουζάκης και πολλές μεγάλες φωνές.

Μετά την επιτυχία του 1948, σημαντικός αριθμός συνθετών, μπήκε στον πειρασμό της λαϊκής μουσικής. Νευρώδης συνθέτης ο Μουζάκης, ενέταξε μεγάλες ερμηνεύτριες, όπως η Μάγια η Μελάγια η οποία οπουδήποτε και αν έβγαινε προκαλούσε σεισμούς αλλά και ζήλιες στον πυγμάχο δημιουργό…

Η μούσα του Γιάννη Βέλλα ήταν η Καίτη Μπελίντα. Δείγματα αγάπης, αφοσίωσης, σεβασμού και αναγνώρισης. Η Μπελίντα έκανε ανεπανάληπτη καριέρα στο πάλκο, με απλησίαστες ερμηνείες μαζί με τις συγκεκριμένες πρωθιέρειες, τη Μαίρη Λίντα, τη Μαρίκα Νίνου και αργότερα τη Βίκυ Μοσχολιού. Ο σεισμός στην πίστα. Ό,τι λέγανε, το κάνανε όρθιες. Αλλάζοντας την καθεστηκυία τάξη του ρεμπέτικου πάλκου. Ο κόσμος από κάτω, ειδικά στις ερμηνείες της Βέμπο, ξαναγεννούσε τα τραγούδια με τα σεγόντα του.

Γούναρης, Μαρούδας, Πολυμέρης, άρχισαν και αυτοί τα…όργανα. Πρώτη εικόνα στο Σάντα Τσικίτα, Θα γυρίσει και ο τροχός. Ομόρφυναν τη ζωή και αποτελούν τη σπονδυλική στήλη στα γλέντια.


Πρόσφατα Άρθρα