Κινηματογράφος

27/01/2021

«Όλοι εξαργυρώνουμε, κάθε μέρα που περνά, κάθε ώρα και λεπτό της ζωής μας, κομμάτι κομμάτι, με αναμνήσεις. Αναμνήσεις γλυκές ή πικρές, αναμνήσεις σπουδαίες ή μικρές, αναμνήσεις κάθε λογής, άλλες αξέχαστες κι άλλες θαμπές και ξεθωριασμένες… Μα οι αναμνήσεις κάποιων ξεχωριστών ανθρώπων, που άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στο πέρασμά τους από τη ζωή όλων μας, αποκτούν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον καθένα μας, γιατί, κατά κάποιον τρόπο, είναι και λίγο δικές μας, αφού άγγιξαν τη ζωή εκείνων που άγγιξαν τη ζωή τη δική μας. Λες και δεν ήταν κάποτε… Λες και είναι τώρα!»

Δήμος Λεβιδόπουλος, στον πρόλογο του Βιβλίου του Αλέκου Σακελλάριου, “λες και ήταν χθες”.

Τον αγαπούσαμε όλοι τον γυμναστή μας τον κ. Γκίκα. Και μας αγαπούσε κι αυτός. Να, σαν να τον βλέπω τώρα μπροστά μου. Ευδιάθετος, γελαστός, αφρατούλης, με το παπιγιονάκι του, ευθυτενής παρά την κάποια κοιλίτσα του.

– Προσχήηη! Και όταν λέμε προσοχή πρέπει να σταθούμε προσοχή. Ακίνητοι… Τα δάχτυλα ενωμένα και οι παλάμες να εφάπτονται των μηρών.

– Τι κάνεις, Σακελλάριε;

– Ξύνομαι, κύριε καθηγητά.

– Τώρα ξύνεσαι;

– Τώρα με τρώει.

– Ξύσου γρήγορα, να τελειώνουμε.

– Μάλιστα.

– Ξύθηκες;

– Μάλιστα.

– Προσχήηη.

 

Ακροστασία, έκτασις, βαθιά εισπνοή σε δύο χρόνους. Άρξασθε: Έεεεενα… Δύοοοο… Στην εισπνοή τα πηγαίναμε καλά. Και τα σαράντα παιδιά της τάξης εισπνέαμε κανονικά με το έεεενα. Στην εκπνοή, όμως, ακουγόταν πάντα μερικά όχι και τόσο διακριτικά σφυρίγματα.

– Φριιιι

Ο κ. Γκίκας προσπαθούσε να εντοπίσει τους σφυρίζοντες. Επεσήμανε, λοιπόν, τους ύποπτους και επαναλάμβανε την άσκηση.

 – Έεεενα…

Αλλά, μαζί με το ”δύοοοο”, ακουγόταν πάλι το σφύριγμα:

– Φρι…

Μια φορά, συνέλαβε σφυρίζοντα τον Δημήτρη Χωραφά, τον διάσημο, σήμερα, μαέστρο.

– Χωραφά.

– Ορίστε, κύριε καθηγητά!

– Εσύ σφυρίζεις;

– Μάλιστα!

Γιατί σφυρίζεις;

– Έχω κρεατάκια στη μύτη.

– Να πας να κάνεις εγχείρηση.

– Τώρα, κύριε καθηγητά;

– Όχι ανόητε…

Πώς είναι δυνατόν τώρα ν’ αφήσεις τη γυμναστική και να πας για εγχείρηση;

– Και εντωμεταξύ στις εκπνοές να σφυρίζω;

– Για κάνε πως ξανασφυρίζεις και θα σου αστράψω μία, που θα σου σφυρίζουν όλη μέρα τ’ αυτιά. Τα χαστούκια που άστραφτε ο κύριος Γκίκας ήταν κουβεντιαστά. Ποτέ δεν άπλωσε το χέρι του σε μαθητή και ποτέ δεν τιμώρησε κανέναν.

 Κάποτε ήμουν ο εμπνευστής μιας καζούρας, που έμεινε ιστορική στα χρονικά του Η΄ Γυμνασίου. Όλη η τάξη θα κάναμε άλλα αντ’ άλλων στο παράγγελμα της σουηδικής γυμναστικής. Όχι όμως και ό,τι μας γουστάρει. Ήταν συμφωνημένα εκ των προτέρων.

Όταν, για παράδειγμα, ο καλόκαρδος γυμναστής μας θα μας έλεγε να κάνουμε έκταση των χειρών, εμείς θα κάναμε επίκυψη. Και όταν θα μας έλεγε να κάνουμε επίκυψη, θα κάναμε έκταση των χειρών. Για να μην μπερδευτούμε και τα κάνουμε σαλάτα, δεν αλλάξαμε όλα τα γνωστά παραγγέλματα. Μερικά μόνο. Κατεβήκαμε κεφάτοι στην αυλή για τη γυμναστική μας.

Σε λίγο έκανε την εμφάνισή του ο κ. Γκίκας με το λουλουδάτο, όπως πάντα, παπιγιόν.

– Τάααξις…

Τρέξαμε όλοι πρόθυμα και πειθαρχικά να παραταχτούμε σε δύο ζυγούς.

– Προσχήηηη!

Ξαφνιάστηκε ευχάριστα ο καημένος ο κ. Γκίκας από τον άψογο συγχρονισμό μας.

– Ανάπαυσις!

Όλη η τάξη, όμως, με μια φωνή τον διαβεβαίωσε ότι είπε επίκυψη.

– Εγώ σας είπα επίκυψη;

– Μάλιστα!

– Να με τρελάνετε πάτε τώρα;

– Επίκυψη είπατε.

– Σκασμός, γομάρια.

Την ιστορία αυτή τη μετέφερα σε μια ταινία μου, που λεγόταν: ”Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο”. 

Αλέκος Σακελλάριος, aπόσπασμα από το βιβλίο: ”λες και ήταν χθες”.
«Αισθάνομαι ότι ο Μάνος Χατζιδάκις είχε γεννηθεί για να μαγεύει και να ταξιδεύει τους άλλους με τη μουσική του. Και τα κατάφερε. Ήταν ο μοναδικός που χάραξε μια δική του πορεία και δεν λοξοδρόμησε, δεν παρασύρθηκε από τις εκάστοτε μόδες, αλλά έμεινε σταθερός στις ακλόνητες αξίες του. Θυμάμαι γύρω στα 1955 όταν γύριζα τη “Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο” είχα γράψει το “Γαρύφαλλο στ’ αυτί” και ο Μάνος, ενώ το είχε πάρει πολλές μέρες πριν, δεν το είχε μελοποιήσει.

Τότε έγραφε συγχρόνως και για το θέατρο μουσική στο έργο “Μήδεια”. Καταλαβαίνετε πως το “Γαρύφαλλο” θα ‘ρχόταν σε δεύτερη, για να μην πω σε πέμπτη, μοίρα. Όμως ο Φίνος τον πίεζε.

-Μάνο, τελειώνουμε την ταινία και το τραγούδι δεν το έχουμε.

-Εντάξει, Φιλοποίμην, του απάντησε. Παίρνω ταξί και στο φέρνω. Το ‘χω έτοιμο!

Έτσι κι έγινε. Ο Μάνος πήρε ταξί, για να το φέρει, όμως το τραγούδι δεν το είχε ετοιμάσει. Το έγραψε μέσα στο ταξί που ερχόταν για το στούντιο. Έτσι γράφτηκε το “Γαρύφαλλο στ’ αυτί”, που έκανε τεράστια επιτυχία, τόσο στην ταινία όσο και στη δισκογραφία».

Μάκης Δελαπόρτας, Απόσπασμα από το βιβλίο του «Αλέκος Σακελλάριος – Το ταλέντο βγήκε απ’ τον παράδεισο». 


Πρόσφατα Άρθρα