Μουσική

27/01/2020

Mε αφορμή τη διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι το 1949 για το ρεμπέτικο τραγούδι στο «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κουν θα προσπαθήσουμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι μιας ζωής που σαν μια λόγχη πολιτισμού, χάραξε βαθύτατα, την ιστορία της Ελλάδας.

«Τους ανθρώπους που έχουν φύγει αλλά παραμένουν ζωντανοί τους έχουμε καθημερινά τοποθετημένους μέσα μας και τους κουβαλάμε σ’ ολόκληρη τη ζωή μας – το θέμα παύει να έχει χρόνο. Η μνήμη γίνεται παρόν»

Με αφετηρία αυτό το αφιέρωμα για το μεγάλο μουσικού ανασύρουμε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον, και άγνωστο σε πολλούς, κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι, που γράφτηκε το 1980 στη Μελβούρνη, και δημοσίευσε η ομογενειακή εφημερίδα Νέος Κόσμος πριν από μερικά χρόνια  «Βιογραφικό σε πρώτο προσωπικό» και  ένα απόσπασμα από συνέντευξή του:

«Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ’ όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ’ την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ’ την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Έτσι μετακομίσαμε το ’32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου.

Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ’ επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ’ όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ’ απομάκρυναν ύπουλα απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ’ το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.

Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν’ αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ’ ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.

Το ’66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς – ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το ’72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη μεταπολίτευση του ’74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων – μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.

Από το ’75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ’ έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ’ ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ’ αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού , εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.

Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι :

 Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.

 Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ’ αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.

 Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.

Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός».

 «Ο πατέρας μου δεν με χτυπούσε ποτέ. Μ’ έδειρε μόνο μια φορά όταν μίλησα άσχημα σε μια γυναίκα του σπιτιού. Και με υποχρέωσε να της φιλήσω τα πόδια. Πιστέψτε με το ‘κανα χωρίς δυσαρέσκεια, νιώθοντας πως έπρεπε να το κάνω. Από τότε σέβομαι πάντα τα αιτήματα των εργαζομένων, τον οποιοδήποτε εργαζόμενο».

Είμαι δημοκράτης αστός ουμανιστής και αναθεωρητής της δεξιάς. Το βέβαιο είναι πως δεν μ’ αρέσουν ούτε τα δολάρια, ούτε οι Σιβηρίες. Ποτέ δεν υπήρξα αντικομμουνιστής (…) Εγώ περιέχω και τον αριστερό. Ο αριστερός όμως δεν με περιέχει. Να τι εννοώ αστός. Δεν εννοώ τον έμπορο αυτοκινήτων που ξαφνικά πλούτισε και τα ‹σπάει› στα νυχτερινά κέντρα.

Έτσι, λοιπόν, στις 23 Οκτωβρίου του 1925, γεννήθηκε ο Μάνος Χατζιδάκις. Η πρωτοπορία στη ματιά και την σκέψη του στάθηκε ικανή να σημαδέψει ένα μεγάλο κεφάλαιο στη μουσική της χώρας μας και στον πολιτισμό μας. Με την υψηλή αισθητική και την προσωπική ευαισθησία του, την οξεία κριτική ματιά του, την αγάπη του για το λαό και με την απόφασή του να μη συμβιβαστεί με την εξουσία και τις απαιτήσεις της, μπόρεσε να αποτυπώσει με κριτικό ρεαλιστικό τρόπο την ελληνική κοινωνία, καταθέτοντας ένα έργο σπουδαίο, πολύτιμο και μοναδικό.

Δήλωνε ως αυτονόητο: «λαϊκό είναι ό,τι ασχολείται με τον άνθρωπο και προέρχεται από τον άνθρωπο». Για το ρόλο της Τέχνης έλεγε: «η Τέχνη συμπληρώνει τον άνθρωπο, τον βοηθά να αισθανθεί, έστω και για λίγο, προς τα πού πρέπει να τείνει».

Αυτός ο ερωτικός Χατζιδάκις, λοιπόν, που εκτός από τη μουσική καταπιάστηκε και με την ποίηση μας χάρισε μία σειρά έργων, που ενέταξε στη συλλογή «Μυθολογία» (1966). Από εκεί, διαβάζουμε το «Ερωτικό».

 

Ερωτικό

Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή

Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω

Μη φοβηθείς

Και θα με βρεις είτε σαν άστρο

Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα

Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει

Είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς

Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος

Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ’ άστρα

Μαζεύονται όλοι οι ποιητές

Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα

Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια

Και περιμένουν

Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν

Να πέσουν μες στον ύπνο σου

Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου

Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ’ το παράθυρό σου

Το πρόσωπό μου φωτεινό

Να σχηματίζει αστερισμό

Να σου χαμογελάει

Και να σου ψιθυρίζει

Καλή νύχτα

 

Για τον Μάνο Χατζιδάκι ο Νίκος Κούνδουρος είχε γράψει στην αυτοβιογραφία του ότι τον θαύμαζε «γιατί από τα χαρακτηριστικά της φυλής διάλεξε να κάνει δικά του όλα μας τα κουσούρια. Τη ραθυμία, τη φλυαρία, την αυταρέσκεια, τη φιληδονία. Μ’ αρέσει γιατί είναι επιθετικός χωρίς κακία κι απλώνει το κεντρί του επί δικαίων και αδίκων, με οδηγό το ένα, μοναδικό κι αμάχητο δικό του κριτήριο».

YouTube video


Πρόσφατα Άρθρα