Μουσική

13/10/2020

Την εβδομάδα των ελαφρυντικών, της φυγοδικίας, και της χρόνιας αδικίας και απαξίωσης της ζωής των ξένων, ανατρέχουμε στο Μπέρτολτ Μπρεχτ, τη διαλεκτική σκέψη και τις «Ιστορίες του κ. Κόυνερ». Μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη, εκδόσεις «Θεμέλιο».

Ποιος γνωρίζει ποιον;

Ο κ. Κ. ρώτησε δυο γυναίκες για τον άντρα τους. Η μια του είπε:

Έζησα μαζί του είκοσι χρόνια. Κοιμόμασταν στο ίδιο δωμάτιο και στο ίδιο κρεβάτι. Τρώγαμε πάντα μαζί. Μου μιλούσε για όλες τις δουλειές του. Γνώρισα τους γονείς του κι έκανα παρέα μ’ όλους τους φίλους του. Ήξερα όσες αρρώστιες του ήξερε και κάτι άλλες ακόμα που δεν τις ήξερε. Τον γνωρίζω όσo κανένας άλλος.
Τον γνωρίζεις λοιπόν; ρώτησε ο κ. Κ.
Ναι, τον γνωρίζω.

Ο κ. Κ. ρώτησε και μιαν άλλη γυναίκα για τον άντρα της. Αυτή του είπε:

Συχνά χανόταν για πολύ καιρό και ποτέ δεν ήξερα αν θα ξανάρθει. Έχει να φανεί εδώ κι ένα χρόνο. Δεν ξέρω αν θα ξανάρθει. Δεν ξέρω αν είναι από καλό σπίτι ή από τα σοκάκια του λιμανιού. Το σπίτι που ζω είναι καλό. Θαρχόταν όμως αν ζούσα σ’ ένα κακό σπίτι – ποιος ξέρει; Ποτέ δε μου λέει τίποτα, μιλάει μαζί μου μόνο για τις δικές μου υποθέσεις. Αυτές τις ξέρει πολύ καλά. Ξέρω τι λέει, το ξέρω αλήθεια; Κάποτε μούρχεται πεινασμένος. Άλλοτε πάλι χορτάτος. Δεν τρώει όμως πάντα όταν πεινάει, ούτε κι όταν είναι χορτάτος αρνιέται το φαγητό. Κάποτε γύρισε με μια πληγή- τον την έδεσα. Άλυτε μου τον έφεραν σηκωτό. Μιαν άλλη φορά έδιωξε όλον τον κόσμο από το σπίτι μου.  Όταν τον φωνάζω «σκοτεινό υποκείμενο» γελάει και μου λέει:  Ό,τι είναι μακριά είναι σκοτεινό, ό,τι όμως βρίσκεται εδώ είναι φωτεινό. Κάποτε όμως κατσουφιάζει όταν τον φωνάζω έτσι. Δεν ξέρω αν τον αγαπώ. Εγώ…

Φτάνει, μην πεις τίποτ’ άλλο, είπε γρήγορα ο κ. Κ., βλέπω ότι τόν γνωρίζεις. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει έναν άνθρωπο περισσότερο απ’ όσο εσύ αυτόν.

Το αβοήθητο παιδί

O κ. Κ. μιλούσε για την κακή συνήθεια των ανθρώπων να καταπίνουν σιωπηρά την αδικία που τους κάνουν κι αφηγήθηκε τούτη την ιστορία:

Κάποιος περαστικός είδε ένα παιδί να κλαίει και το ρώτησε τι το βασάνιζε. Να, είχα δύο γρόσια για να πάω στον κινηματογράφο μα ήρθε ένα αγόρι κι άρπαξε το ένα απ’ το χέρι μου, αποκρίθηκε το παιδί κι έδειξε ένα άλλο αγόρι πού στεκόταν λίγο πιο πέρα. Καλά, και δε φώναξες βοήθεια; ρώτησε ο άνθρωπος. Πώς, φώναξα, είπε το παιδί κι άρχισε τώρα να κλαίει λίγο πιο δυνατά. Και δε σ’ άκουσε κανένας; ξαναρώτησε τώρα o άνθρωπος και χάιδεψε στοργικά το παιδί. Όχι, αποκρίθηκε εκείνο κλαίγοντας μ’ αναφιλητά.  Δεν μπορείς να φωνάξεις πιο δυνατά; ρώτησε o άνθρωπος. Όχι, αποκρίθηκε το παιδί που βλέποντας τον άνθρωπο να χαμογελάει είχε αρχίσει πάλι να ελπίζει. Τότε δώσε μου και τ’ άλλο, είπε ο άνθρωπος πήρε και το τελευταίο γρόσι από το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του.


Πρόσφατα Άρθρα