Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 άρχισε να συνεργάζεται με το Εθνικό Θέατρο (Αγία Ιωάννα, Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας, κ.α.) και το Θέατρο Τέχνης (Ματωμένος Γάμος, Όλα τα παιδιά του Θεού έχουν φτερά κ.α.). Στη συνεχεία, συνεργάζεται με το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου όπου ήταν για σειρά ετών ένας από τους βασικούς συνεργάτες. Παράλληλα γραφεί μουσική για πολλές ελληνικές ταινίες όπως «Ο δράκος» που κατά πολλούς θεωρείται η κορυφαία ταινία του ελληνικού κινηματογράφου. Η υπέροχη μουσική επένδυση της ταινίας από τον Χατζιδάκι εναρμονίζεται πλήρως με τον ρεαλισμό των εικόνων με αποκορύφωμα την εκπληκτική σκηνή του ζεϊμπέκικου χορού, που θυμίζει παράσταση αρχαίας Ελληνικής τραγωδίας.
Αναφέρει ο Χατζιδάκις στο πρόγραμμα του μουσικού αφιερώματος στο Λόρκα στην Εθνική Πινακοθήκη στις 22/10/1987, τα κάτωθι:
“Ο Νίκος Γκάτσος μες στα χρόνια της κατοχής άρχισε τη μετάφραση του Ματωμένου Γάμου, κι’ όλοι οι φίλοι του ζούσαμε καθημερινά τις δυσκολίες του, τις αμφιβολίες του, για τον κάθε στίχο, την κάθε λέξη χωριστά, μα και τις υπέροχες στιγμές που τελειωμένοι στίχοι ερχόντουσαν στ’ αυτιά μας – ήχοι μαγικοί πρωτοφανέρωτοι, πανάκριβα διαμάντια στην καρδιά μας, στολίδια ανεπανάληπτα στον Λόγο τον Ελληνικό, χωρίς να υποψιαζόμαστε κείνα τα χρόνια, πως η δουλειά του φίλου μας θα ξεπερνούσε τα όρια μιας δυνατής στιγμής και θα φτιάχνε τη μικρή της ιστορία. Το 1945, κυκλοφορούσε σε βιβλίο η εργασία αυτή, χωρίς να πάψουμε ούτε στιγμή να τη μιλάμε και να τη λέμε σαν προσευχή, κι όλοι μαζί, στο γραφικό τότε πατάρι του Λουμίδη, με τον Ελύτη, τον Τσαρούχη, τον Μόραλη, τον Βαλαωρίτη κι άλλους φίλους συντροφιά, να ζούμε σελίδα με σελίδα ένα έργο κι έναν ποιητή.
Εγώ ο νεότερος, είκοσι χρόνων τότε, ζούσα, ρουφούσα θα ‘ λεγα τις στιγμές των φίλων μου, με την ίδια ανάγκη πού ’χα να πιώ νερό, να κοιμηθώ και να υπάρξω – ενώ προσπαθούσα να τους μεταδώσω τους ήχους, πούχαν στο μεταξύ γεννηθεί μέσα μου, πότε διηγώντας τους και πότε σιγοτραγουδώντας. Η μουσική είχε αρχίσει να σχηματίζεται μέσα μου, με την ίδια δυσκολία που εκείνη την εποχή προσπαθούσαμε να υπάρχουμε. Γιατί μες στην πολύχρωμη απελπισία εκείνου του καιρού, μια μόνο φωνή είχε το τραγικό θάρρος να υπάρχει στέρεα κι αληθινή – το λαϊκό τραγούδι, αυτό που οι άλλοι αποκαλούσανε περιφρονητικά Ρεμπέτικο. Καθόλου τότε διάσημο κι αγαπητό στους αστούς, κι από τη γέννησή του ριγμένο στο περιθώριο και στην παρανομία, λειτουργούσε περήφανο, εκκλησιαστικό, βαθύτατα θρησκευτικό, πάνω στα δυο παντοδύναμα θέματα της μεταπολεμικής πραγματικότητας: στη διάθεση φυγής από ένα μαρτυρικό χώρο και στον ανικανοποίητο ερωτισμό.
Και το ένα διαμάντι ερχότανε να προστεθεί στο άλλο, ανώνυμα και αθόρυβα, μα εντατικά, έτσι που αγκάλιαζε την ταλαιπωρημένη μας νεότητα σαν μαγική ηλιαχτίδα. Σωστά ευαίσθητος, υγιής, κάτω από τη διδασκαλία των φίλων και διδασκάλων, μαζί με όλα τ’ άλλα, αρνήθηκα τη “σοβαρή» μας μουσική, που η μίση ντυμένη με κουρέλια, παρίστανε την Ευρώπη, και η άλλη μισή, με φουστανέλες, την “αθάνατη Ελλάδα”, μες’ από επαρχιακούς στρατώνες.
Κι αγάπησα τις μελωδίες αυτές που μου συνειδητοποιούσανε βαθειά κι αναμφίβολα, σαν προγονική μου κληρονομιά, την πανάρχαια γενεσιουργό Άνοιξη, με την αμαρτωλή εφηβεία του Βυζαντίου, τη χριστιανική ταπεινοσύνη με το μεγαλείο του σταθερού και γρανιτένιου Ελληνικού ρυθμού. Την εποχή που έγραφα τη μουσική του Ματωμένου Γάμου, δυο μήνες πριν απ’ την παράσταση του στο θέατρο – την άνοιξη του 1948, στο ίδιο θέατρο, μιλούσα πρώτη φορά στους Αθηναίους για το Σύγχρονο Λαϊκό τραγούδι, το Ρεμπέτικο. Κι όπως ο Γκάτσος θέλησε να μεταφυτέψει τις Ισπανικές προσωδίες στους λαϊκούς ποιητικούς ρυθμούς της γλώσσας μας, έτσι κι εγώ προσπάθησα να προεκτείνω τους ρυθμούς αυτούς στις παντοτινές πηγές της νεοελληνικής ευαισθησίας”.
Το 1960 πήρε το Όσκαρ για τη μουσική στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή». Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο, έλεγε ο Χατζιδάκις, να σου έρθει μια επιτυχία, από εκεί που δεν το περιμένεις. Η ταινία ήταν τουριστική και σε αυτή την λογική κινήθηκε όταν έγραψε τη μουσική της. Ήταν ένας προικισμένος συνθέτης με αστείρευτο ταλέντο, που κατάφερε να ταιριάξει την μουσική του στην λογική της ταινίας, με αποτέλεσμα το μπουζούκι να γίνει γνωστό σε όλη την υφήλιο. Αμέτρητες ήταν οι διασκευές του τραγουδιού «Τα παιδιά του Πειραιά», πράγμα που καταδίκαζε συνεχώς και αυτό τον οδήγησε στην βιαστική και εσφαλμένη ενέργεια να δώσει τα δικαιώματα του τραγουδιού στην «United Artists». Ασχολήθηκε πολύ με το να καταδικάζει τις πολλές διασκευές σπαταλώντας πολλή ενέργεια για το τίποτα.
Στη συνέχεια έγραψε μουσική για τον εμπορικό κινηματογράφο. Κάποτε είχε πει στον Φίνο: Εσύ ξέρεις τι θα πει κακός κινηματογράφος αλλά τι θα πει καλός, δεν θα μάθεις ποτέ… Το 1990 σε μια συνέντευξη είχε δηλώσει: Που να το ξέρω ότι 30 χρόνια μετά, ο κόσμος θα ασχολούταν ακόμα με Μανταλένες και κουραφέξαλα. Στο θέατρο έγραψε μουσική για το «Παραμύθι δίχως όνομα», «Όρνιθες», «Καπετάν Μιχάλης» κ.α. Πολλές από αυτές τις συνθέσεις του έχουν μείνει στην ιστορία και αγαπήθηκαν πολύ από το κοινό.
Το 1967 θα ταξιδέψει στο Μπρόντγουει της Νέας Υόρκης για το ανέβασμα του μιούζικαλ «Ίλια Ντάρλινγκ». Εκείνη την περίοδο τον βρήκε η δικτατορία και όπως είχε δηλώσει, είχε προβλήματα με την εφορία και δεν ήθελε να γυρίσει στην Ελλάδα. Λίγα πράγματα γνωρίζουμε για την περίοδο της Αμερικής και όπως ανέφερε ο ίδιος, η διαμονή του εκεί τον σπούδασε. Ένα άγνωστο γεγονός είναι η εισαγωγή που έγραψε στο τραγούδι «Prelude» (Προανάκρουσμα), μαζί με τους «Millenium» που ήταν μια ροκ μουσική ομάδα στην Καλιφόρνια. Σε αυτό το κομμάτι, ο ίδιος ο Χατζιδάκις παίζει τσέμπαλο.
Στην Ελλάδα θα επιστρέψει το 1972, όπου ηχογραφεί τον «Μεγάλο ερωτικό» και ανεβάζει την παράσταση, «Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης». Σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Διαβάζω» το 1982, αναφέρει για το έργο: Ο οδοιπόρος είμαι εγώ, ο οποίος εκείνο τον καιρό περιφερόμουν ανά τον κόσμο και μόλις είχα έρθει στην Ελλάδα. Το μεθυσμένο κορίτσι ήταν η Ελένη Μανιάτη που τότε ήταν μαζί μου, ένα κορίτσι πέρα από τα καθορισμένα , πέρα από τα όρια του λογικού. Ο Αλκιβιάδης ήταν ένας νεαρός που πουλούσε τσιγάρα. Λοιπόν, σκέφτηκα ότι μια και δεν έχουμε κοινό μύθο ας τον κατασκευάσουμε, ας ενώσουμε τον οδοιπόρο, το μεθυσμένο κορίτσι και τον Αλκιβιάδη και φυσικά, αυτό καταλήγει στον φόβο που ήταν το κλίμα εκείνης της εποχής του 1973, ιδίως μετά την άνοδο του Ιωαννίδη. Γι’ αυτό το έργο μου τελειώνει με τον φόβο, χωρίς να θέλω να πω ότι έκανα αντίσταση. Τώρα το τι περιέχουν οι στίχοι είναι ένα είδος αυτοβιογραφίας. Περιέχονται πολλά στοιχεία που ενώνουν αυτά τα τρία πρόσωπα. Τα τραγούδια του δίσκου, για τον λόγο ότι δεν μπορούν να ακουστούν σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης είναι άγνωστα στο κοινό. Ελπίζω κάποια στιγμή να τα ανακαλύψει στο μέλλον.
